ασυνέχιστος

ασυνέχιστος
η , ο [ος , ον ] оставшийся без продолжения, прервавшийся, прерванный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ασυνέχιστος" в других словарях:

  • ασυνέχιστος — η, ο εκείνος που δεν συνεχίστηκε, που διακόπηκε η συνέχειά του …   Dictionary of Greek

  • ασυνέχιστος — η, ο επίρρ. α αυτός που δε συνεχίστηκε, σταματημένος, ασυμπλήρωτος: Δυστυχώς το έργο του αυτό έμεινε ασυνέχιστο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»